Η ορολογία της λογοθεραπείας

Αγκλυλογλωσσία

Αγγλικός όρος: 
Agkyloglossia

Πρόκειται για συγγενές πρόβλημα. Γνωστό και ως "κοντός χαλινός". Ο χαλινός είναι ένας υμένας ανάμεσα στη γλώσσα και το έδαφος του στόματος. Και σε περίπτωση που είναι κοντός δημιουργεί προβλήματα στον θηλασμό και αργότερα στην άρθρωση. Σε κάποιες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται με μια "μικρή" χειρουργική επέμβαση.

αναπτυξιακός τραυλισμός

Αγγλικός όρος: 
Developmental Stuttering

Γνωστός και ως εξελικτικός τραυλισμός, ψευδοτραυλισμός ή Φυσιολογικός Αναδιπλασιασμός. Στην ηλικία μεταξύ δυόμισι και τεσσεράμισι ετών εμφανίζονται σχεδόν σε όλα τα παιδιά, στα πλαίσια της γλωσσικής τους εξέλιξης, φάσεις κατά τις οποίες επαναλαμβάνουν μέρη της πρότασης, λέξεις ή συλλαβές ή σταματούν να μιλούν προκειμένου να βρουν τη σωστή λέξη ή να μπορέσουν να διαμορφώσουν σωστά την πρόταση. Επίσης, συμβαίνει πού και πού να τραβούν σε μάκρος ορισμένους αρχικούς φθόγγους. Αυτές οι στιγμές αβεβαιότητας στην πορεία του λόγου είναι εντελώς συνηθισμένες γι’ αυτό και οι ειδικοί τις χαρακτηρίζουν φυσιολογικές για την ηλικία δυσχέρειες στο λόγο.

Άνοια

Αγγλικός όρος: 
dementia

Απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων, η οποία συνήθως είναι αμετάκλητη. Συχνά συνοδεύεται από δραματική αλλαγή της προσωπικότητας. Η άνοια προκαλείται από βλάβες του εγκεφάλου, όπως το εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο, η αθηροσκλήρυνση και η νόσος του Alzheimer. Εμφανίζεται συχνότερα σε ηλικιωμένα άτομα. Διάφορες μορφές άνοιας προσβάλλουν το 11% περίπου των ατόμων άνω των 65 ετών, ενώ εμφανίζονται σε πολύ υψηλότερα ποσοστά σε άτομα άνω των 85 ετών.

Αποτύπωση

Αγγλικός όρος: 
Imprinting

Συγκεκριμένο είδος ερεθισμού που παρουσιάζεται σε κρίσιμη πρώιμη περίοδο γίνεται αιτία μόνιμης συμπεριφοράς. Οι χήνες που βγαίνουν από το αβγό ακολουθούν πιστά το πρώτο μεγάλο κινητό αντικείμενο που αντιληφθούν, Κρίσιμη περίοδος οι πρώτες 15-16 ώρες. Όσο μεγαλύτερη η δυσκολία τόσο ισχυρότερη η αποτύπωση.

Αυτισμός

Αγγλικός όρος: 
autism

Φασματικής μορφής αναπτυξιακή διαταραχή της επικοινωνίας.

Αφασία

Αγγλικός όρος: 
aphasia

Διαταραχή που αφορά την κατανόηση ή την εκπομπή λόγου. Οφείλεται συχνά σε εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο.

Βάβισμα

Αγγλικός όρος: 
babbling

Ηχητικό παιχνίδι του βρέφους. Η τυπική του μορφή είναι η επανά­ληψη ζευγών συμφώνου-φωνήεντος (μπα-μπα), η οποία αρχίζει περίπου στον πέμπτο μήνα.

Βασικά γάγγλια (basal ganglia):

Ομάδες κυττάρων που βρίσκονται στη βάση του εγκεφαλικού ημισφαιρίου και παίζουν σπουδαίο ρόλο στην κίνηση. Περιλαμβάνουν τον κερκοφόρο πυρήνα, το κέλυφος, την ωχρά σφαίρα και τη μέλαινα ουσία. Η νέκρωση κυττάρων της μέλαινας ουσίας συμβάλλει στην εμφάνιση συμπτωμάτων της νόσου του Parkinson.

Γνωστική λειτουργία (cognition):

Ο μηχανισμός ή οι μηχανισμοί με τους οποίους ένας οργανισμός αντιλαμβάνεται ή συνειδητοποιεί γεγονότα ή αντικείμενα στο περιβάλλον του και χρησιμοποιεί τη γνώση αυτή για την κατανόηση και για τη λύση προβλημάτων.

Διαταραχή φάσματος (spectrum disorder)

Η διαταραχή που επηρεάζει τους ανθρώπους με ποικίλους τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό (δυσλεξία, αυτισμός).

Διγλωσσία (Diglossia)

Η παράλληλη κατάκτηση δύο γλωσσών και αφορά κυρίως την ηλικία που ένα παιδί αναπτύσσει το λόγο του, δηλαδή την ηλικία 0-6 ετών.

Δυσαρθρία (dysarthrosis)

H δυσκολία στην άρθρωση εξαιτίας μόνιμης ή παροδικής νευρολογικής ή μυϊκής βλάβης. Άτομα που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο μπορεί να έχουν υποτονία ή υπερτονία ή έλλειψη αίσθησης στους μύες τους στόματος και σαν αποτέλεσμα να έχουν δυσκολία στην άρθρωση και σε ορισμένες περιπτώσεις σιελόρροια. Η δυσαρθρική ομιλία ακούγεται περίπου σαν την ομιλία κάποιου που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης. Η σοβαρότητα της δυσαρθρίας εξαρτάται από το είδος  το σημείο και το μέγεθος της νευρολογικής βλάβης.

Δυσαριθμησία (Dyscalculia)

Διαταραχή που εμπεριέχει ένα σαφή περιορισμό των μαθηματικών δεξιοτήτων, γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί και δεν οφείλεται σε νοητική υστέρηση, αλλά ούτε σε εσφαλμένες ή ελλειπείς παιδαγωγικές μεθόδους. Η μειονεξία αυτή αφορά την ικανότητα τέλεσης βασικών μαθηματικών πράξεων, όπως πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμό και διαίρεση και λιγότερο πολύπλοκες έννοιες Άλγεβρας, Τριγωνομετρίας κ.α.

Δυσγραφία (Dysgraphia)

Μια νευρολογική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργίες στην γραφή. Συγκεκριμένα, η διαταραχή προκαλεί στο γράψιμο του ατόμου παραμορφώσεις, ανακρίβειες ή λάθη. Στα παιδιά, η διαταραχή γενικά εμφανίζεται όταν πρωτοεισάγοντε στην γραφή. Κάνουν γράμματα με λάθος μέγεθος, γράφουν λάθος ή ανορθόγραφα τις λέξεις, παρά την καθοδήγηση. Παιδιά με αυτή τη διαταραχή μπορεί να έχουν και άλλες μαθησιακές δυσκολίες. Ωστόσο, συνήθως δεν έχουν άλλα κοινωνικά ή ακαδημαικά προβλήματα. Η αιτία είναι άγνωστη, αλλά στους ενήλικες συνήθως σχετίζεται με βλάβη στον βλεγματικό λοβό του εγκεφάλου.

Υπάρχουν 3 τύποι δυσγραφίας:

  • Δυσγραφία δυσλεξίας
  • Δυσγραφία κινητικής αδεξιότητας
  • Δυσγραφία χωρικού προσανατολισμού

Δυσλαλία (dyslalia)

Αδυναμία κατανόησης, επεξεργασίας ακουστικών ερεθισμάτων και σχηματισμού φωνημάτων.

Δυσλεξία (dyslexia)

Διαταραχή της μάθησης, η οποία αφορά στην ικανότητα ανάγνωσης και γραφής και η οποία δε συνδέεται με διανοητική υστέρηση ούτε εμφανή φυσικά αίτια. Η συχνότητά της είναι διπλάσια στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια και οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η δυσλεξία είναι κληρονομική. Φαίνεται ότι διάφορα γονίδια είναι υπεύθυνα και ως πιθανότερα χρωματοσώματα θεωρούνται το 6ο και το 1ο.

Δυσπραξία (dyspraxia)

Δυσκολία στον προγραμματισμό και εκτέλεση αρθρωτικών κινήσεων απουσία μυϊκής βλάβης. Είναι νευρολογικής φύσεως δυσκολία αλλά σε πιο κεντρικό επίπεδο από τη δυσαρθρία. Ο ασθενής με δυσπραξικά χαρακτηριστικά στην ομιλία μιλά με πολλαπλές αποδόσεις της ίδιας λέξης και ενώ μπορεί να πει αυθόρμητα μία λέξη δυσκολεύεται να την πει με εντολή ή με μίμηση.

Δυσφασία (Dysphasia)

Πρόκειται για βλάβη στην παραγωγή του λόγου και μια αποτυχία στην διευθέτηση των λέξεων με έναν κατανοητό τρόπο. Η Δυσφασία απορρέει από μια επίκτητη βλάβη του εγκεφάλου.
Η Δυσφασία ανήκει σε μια ομάδα διαταραχών του λόγου, στην οποία υπάρχει βλάβη στην δύναμη της έκφρασης με την ομιλία, τη γραφή ή την χρήση νευμάτων, ή βλάβη στην κατανόηση του προφορικού και γραπτού λόγου. Οι πιο βαριές μορφές της Δυσφασίας ονομάζονται Αφασία.

Εγκεφαλικά ημισφαίρια (cerebral hemispheres)

Τα δύο εξειδικευμένα ήμισυ στα οποία χωρίζεται ο τελικός εγκέφαλος από ένα μέσο προσθιοπίσθιο επίπεδο. Το αριστερό ημισφαίριο είναι εξειδικευμένο στην ομιλία, τη γραφή, τη γλώσσα και τους υπολογισμούς. Το δεξιό ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την αντίληψη του χώρου, την αναγνώριση οπτικών σχεδίων, την ακοή και για τις απτικές αισθήσεις.

Εγκεφαλικές κοιλίες (ventricles)

Είναι τέσσερις μεγάλες, συγκριτικά, κοιλότητες, από τις οποίες οι δύο βρίσκονται στα ημισφαίρια και οι άλλες δύο στο στέλεχος. Είναι γεμάτες με εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Οι πλάγιες κοιλίες, οι δύο μεγαλύτερες, είναι τοποθετημένες συμμετρικά πάνω από το εγκεφαλικό στέλεχος, μία σε κάθε ημισφαίριο.

Εγκεφαλικό στέλεχος (brainstem)

Η κυρία οδός με την οποία ο τελικός εγκέφαλος στέλνει και δέχεται πληροφορίες από το νωτιαίο μυελό και τα περιφερικά νεύρα. Ελέγχει, μεταξύ άλλων, την αναπνοή και το ρυθμό της καρδιάς.

Ειδικές μαθησιακές δυσκολίες (specific learning disabilities)

Μαθησιακές δυσκολίες που δε συνοδεύο­νται από κάποιο εμφανές αντιληπτικό ή νοητικό έλλειμμα και σχετίζονται με μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως π.χ. η δυσλεξία

Εξοικείωση(habituation)

Γενική διαδικασία κατά την οποία μια επαναλαμβανόμενη ή παρατεταμένη έκθεση σε ένα ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση της απόκρισης.

Επιληπτική κρίση (epilepsy):

Η κρίση επιληψίας παρατηρείται σαν μια αφύσικη έκρηξη ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο. Οι κρίσεις αυτές είναι μόνο προσωρινές καταστάσεις. Θεωρητικά , οποιοσδήποτε μπορεί να καταληφθεί από μία τέτοια κρίση, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πολύ υψηλής ανθεκτικότητας στις κρίσεις. Όταν ένα άτομο έχει μικρή αντίσταση και οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, τότε λέμε ότι αυτό το άτομο πάσχει από επιληψία. Υπάρχουν περισσότερα από 20 διαφορετικά είδη και μορφές κρίσεων οι οποίες εμπίπτουν, όμως, σε δύο κύριες κατηγορίες: Στις Γενικευμένες Κρίσεις, δηλαδή αυτές που σχετίζονται με το μεγαλύτερο τμήμα ή ολόκληρο τον εγκέφαλο και στις Μερικές ή Εστιακές Κρίσεις, στις οποίες συμμετέχει ένα μόνο μέρος του εγκεφάλου.

Εργαζόμενη μνήμη (working memory)

Πρόκειται για ένα σύστημα που μπορεί να συγκρατήσει και να χειριστεί τις πληροφορίες για κάποια δευτερόλεπτα κατά τη διάρκεια παρουσίασης ενός έργου. Η εργαζόμενη μνήμη αποτελείται από έναν κεντρικό επεξεργαστή που είναι υπεύθυνος για την επιλογή και τον καταμερισμό της επεξεργασίας και δύο βοηθητικών συστημάτων, ένα αρθρωτικό ή φωνολογικό κύκλωμα για την καταγραφή του υλικού που βασίζεται στο λόγο, και ένα οπτικοχωρικό για την καταγραφή και τη διατήρηση των οπτικών εικόνων. Η λειτουργία της εργαζόμενης μνήμης συνδέεται με τη λειτουργία των μετωπιαίων λοβών. Η δυσλειτουργία της δυσκολεύει τους ανθρώπους να παρακολουθήσουν μια συζήτηση, να μεταφέρουν πληροφορίες από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη και το αντίστροφο.

Ηχολαλία (echolalia)

H αυθόρμητη επανάληψη της ομιλίας των άλλων, δηλαδή η επανάληψη λέξεων, φράσεων και προτάσεων. Η επανάληψη μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την ακρόαση των λέξεων ή των ήχων, ή μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, συνιστώντας με αυτόν τον τρόπο ένα είδος καθυστερημένης ηχολαλίας.
Η ηχολαλία συχνά παρουσιάζεται σε παιδιά µε διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή.

Ιππόκαμπος (hippocampus)

'Ενα μόρφωμα με σχήμα ιπποκάμπου (αλογάκι της θάλασσας), που βρίσκεται στο εγκεφαλικό ημισφαίριο και θεωρείται σημαντικό τμήμα του στεφαναίου (μεταιχμιακού) συστήματος. Συμμετέχει στη λειτουργία της μάθησης, της μνήμης και της συγκίνησης.

Κοχλίας (cochlea)

Ελικοειδές όργανο του έσω ωτός, γεμάτο υγρό, που είναι υπεύθυνο για τη μεταποίηση ηχητικών κυμάτων σε νευρική ώση, με αποτέλεσμα την παραγωγή ακουστικής αίσθησης.

Μάθηση μέσω παρατήρησης (Observational learnig)

Η μάθηση συντελείται μέσω της παρατήρησης πράξεων άλλων οργανισμών. Τύπος μάθησης που διερευνήθηκε από τον Albert Bandura.

μνήμη βραχείας διάρκειας (immediate memory)

Φάση της μνήμης με εξαιρετικά μικρή διάρκεια. Οι πληροφορίες αποταμιεύονται μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Είναι επίσης γνωστή ως Άμεση μνήμη ή ως ενεργός μνήμη.

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στην ψυχαναλυτική θεωρία αποτελείται από μια ομάδα ασυνείδητων (απωθημένων) ιδεών και συναισθημάτων που συγκεντρώνονται πάνω στην επιθυμία της απόκτησης του γονιού του αντίθετου φύλου και της εξόντωσης του γονιού του ιδίου φύλου. Τον όρο εισήγαγε ο Σίγκμουντ Φρόυντ βασισμένος στον μύθο του Οιδίποδα. Σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόυντ το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι συχνό φυλογενετικό φαινόμενο το οποίο ωστόσο είναι πηγή έντονων τύψεων στους ανθρώπους. Η κλασσική θεωρία αναφέρει πως η επιτυχής επίλυση του οιδιπόδειου συμπλέγματος είναι επιθυμητή και είναι το κλειδί των σεξουαλικών ρόλων και της σεξουαλικής ταυτότητας. Ο Φρόυντ ανέφερε πως η μη σωστή επίλυση του οιδιπόδειου συμπλέγματος μπορούσε να οδηγήσει έναν άνθρωπο σε νεύρωση, παιδοφιλία και ομοφυλοφιλία.

Παρεγκεφαλίδα (cerebellum):

'Ενα μεγάλο μόρφωμα που βρίσκεται στην οροφή του οπίσθιου εγκεφάλου και συμβάλλει στον έλεγχο των κινήσεων μέσω των συνδέσεων της με τη γέφυρα, τον προμήκη μυελό,το νωτιαίο μυελό και το θάλαμο. Είναι πιθανό να συμμετέχει και σε διάφορες μορφές κινητικής μάθησης.

Πλευρίωση (Laterality)

Η ικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί μία κατά προτίμηση πλευρά του σώματος για δραστηριότητες που απαιτούν υψηλού επιπέδου δεξιότητες. Μία από αυτές είναι και η γραφή. Μπορούμε να διαπιστώσουμε την πλευρίωση του παιδιού τοποθετώντας μπροστά του, ακριβώς στη μέση, μία ξυλομπογιά και παρατηρώντας με ποιο χέρι θα τη συλλάβει, ή με ποιο πόδι θα κλωτσήσει μία μπάλα. Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν πιέζουμε το παιδί να γίνει π.χ. αριστερόχειρας, γιατί αυτό μπορεί να το αποδιοργανώσει. Αν η πλευρίωση δεν είναι σαφής, πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να εξερευνήσει και τις δύο πλευρές. Στη συνέχεια, η επιλογή που έγινε μπορεί να ενθαρρυνθεί μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων

Πραγματολογία (pragmatology)

Η μελέτη των παραγόντων οι οποίοι επηρεάζουν τις γλωσ­σικές επιλογές που κάνει το άτομο. Ο ρόλος του πλαισίου στη χρήση της γλώσσας.

ροτακισμός

Πρόβλημα άρθρωσης του συμφώνου ρο.

Στερεοτυπία (stereotype):

Αναιτιολόγητη επανάληψη ήχων, λέ­ξεων, κινήσεων ή χειρονομιών, που απαντά κυρίως στις ψυχώσεις.

Σύστημα Επικοινωνίας Μέσω Ανταλλαγής Εικόνων (PECS)

To PECS είναι ένα πακέτο παρέμβασης ενισχυτικής και εναλλακτικής επικοινωνίας για άτομα με κάποια διαταραχή του φάσματος του αυτισμού ή συναφείς αναπτυξιακές δυσκολίες. Το PECS πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο Πρόγραμμα Αυτισμού του Delaware και γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση διότι έδωσε έμφαση στην έναρξη της επικοινωνίας ανάμεσα στα άλλα συστατικά της, σχεδιάστηκε έχοντας κατά νου τις οικογένειες, τους εκπαιδευτές και το προσωπικό προστατευμένων κατοικιών, γι’ αυτό είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί σε ποικίλα περιβάλλοντα.

Τραυλισμός (Stuttering)

Ως τραυλισμός χαρακτηρίζεται η διαταραχή στη ροή του λόγου και εμφανίζεται με ασυντόνιστες κινήσεις του μυϊκού συστήματος, της αναπνοής, της φωνής και της άρθρωσης, ενώ παρουσιάζεται στην αρχή ή τη μέση του λόγου σαν επανάληψη συλλαβών, φθόγγων και λέξεων ή σαν ένα επίμονο κόμπιασμα σε έναν φθόγγο.
Δεν έχει εξηγηθεί ακόμα σαφώς η αιτία του, που πιθανότατα είναι ο συνδυασμός διαφόρων παραγόντων και φαινομένων παρά ένας απλός παράγοντας, μια απλή αιτία. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι γενετικοί ή περιβαλλοντικοί, όπως προβλήματα στο σπίτι, άγχος, προβλήματα στο σχολείο.
Συνήθως κάνει την εμφάνιση του στην παιδική ηλικία, μεταξύ τριών και πέντε ετών και στο μέγιστο των περιπτώσεων νωρίτερα της συμπλήρωσης των οκτώ ετών. Πέντε στα εκατό παιδιά θα παρουσιάσουν έναν τραυλισμό σε κάποια στιγμή της ζωής τους, αλλά τα περισσότερα περιστατικά θεραπεύονται ενώ μόνο το 1% των ενηλίκων τραυλίζει. Ο τραυλισμός είναι 4 φορές συχνότερος στα αγόρια από ότι στα κορίτσια. Επίσης οικογένεια που έχει άτομο που τραυλίζει έχει αυξημένες πιθανότητες να παρουσιαστεί το ίδιο πρόβλημα και σε άλλα μέλη της.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Υλικό λογοθεραπείας(Speech-therapy equipment)

Το υλικό που ένας λογοθεραπευτής χρησιμοποιεί. Συνήθως αποτελείτε από διάφορα παιχνίδια, κάρτες, παζλ, αλλά και ηλεκτρονικό υλικό.

Υπερκινητικότητα (Hyperactivity Disorder)

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της υπερκινητικότητας αποτελούν η αυξημένη κινητική δραστηριότητα και ομιλία. Τα παιδιά κινούν τα χέρια και τα πόδια τους νευρικά, στριφογυρνούν στη θέση τους ή σηκώνονται στην τάξη χωρίς να πάρουν την άδεια. Είναι ανήσυχα και η κίνησή τους είναι βιαστική και αδέξια. Ακόμη, τα αποτελέσματα σχετικών μελετών έδειξαν ότι τα παιδιά με Υπερκινητικότητα κινούνται έως και οκτώ φορές περισσότερο από τα παιδιά της ομάδας ελέγχου. Επιπλέον, μιλούν πολύ, συχνά μουρμουρίζουν ή κάνουν περίεργους θορύβους. Ηρεμούν μόνο μετά από έντονη πίεση των άλλων ή όταν εξαντλούνται σωματικά.

Σελίδες